από

(I)
(AM ἀπό) πρόθ.
σημαίνει 1. απομάκρυνση από τόπο, πρόσωπο, πράγμα, ενέργεια («έφυγε από την πόλη», «ἀπὸ θαλάσσης ᾠκίσθησαν»)
2. αλλαγή («από δήμαρχος κλητήρας», «ἀθανάταν ἀπὸ θνατᾱς ἐποίησας Βερενίκαν»)
3. προέλευση από τόπο ή πρόσωπο («πήρε χρήματα από τον πατέρα του», «ἡ ἀφ ἡμῶν τιμωρία»)
4. καταγωγή («είναι από την Αθήνα», «τοὺς ἀπὸ Φρυγίας»)
5. αφετηρία (ιδίως χρον.) («από τότε», «ἀπὸ τούτου τοῡ χρόνου»)
6. ύστερα από, μετά)
«ύστερα από τρεις μέρες», «ἀφ' ἑσπέρας»)
7. ποιητικό αίτιο («ευλογημένος απ' τον θεό», «ἐπράχθη οὐδὲν ἀπ' αὐτῶν ἔργον ἀξιόλογον»)
8. αναγκαστικό αίτιο («πέθανα απ' τους πόνους», «ἀπὸ τῶν ξυμφορῶν διαβάλλεσθαι»)
9. αφαίρεση από το όλον («πάρε ό,τι θέλεις απ' όσα έχουμε», «ὀλίγοι ἀπὸ πολλῶν»)
10. επιμερισμό («από λίγο -λίγο»)
11. σύγκριση («πιο πονετικό απ' όλα»)
12. ύλη (συστατική) («από γυαλί, ξύλο κ.λπ.», «ἔνδυμα ἀπὸ τριχῶν καμήλου»)
13. όργανο, μέσο, τρόπο («τον πήρε από καλό μάτι ή από καλού», «ἡ ἀπὸ ξίφους μάχη»)
14. αναφορά («πώς πάτε από υγεία;» «σεμνὸς ἀπὸ τοῡ σχήματος»)
15. απαλλαγή «γλύτωσε απὸ τον κίνδυνο», «ἐλεύθερος ἀπὸ ζημίας»)
μσν.- νεοελλ.
1. εξουσιοδότηση, εντολή
(«τιμητικά τον χαιρετούν από τους κεφαλάδες»)
2. διαμέσου ενός τόπου («πέρασε από τη Θήβα»)
3. εξάρτηση, πιάσιμο («την έσυρε από τα μαλλιά»)
νεοελλ.
Ι. 1. κίνηση προς έναν τόπο («θα πάω από την άλλη μεριά»)
2. στάση σ' έναν τόπο («κάθεται από την άλλη μεριά»)
3. απόσταση («απέχει από τη θάλασσα δύο χιλιόμετρα»)
4. ποσό («στοιχίζει από χίλιες κι απάνω)
II. φρ.
1. «Από Αύγουστο χειμώνα κι από Μάρτη καλοκαίρι»
2. «από πίτα που δεν τρως, τι σε μέλει κι αν καεί» (μην ενδιαφέρεσαι για ξένες υποθέσεις)
3. «είναι από χέρι» (για πράγμα ή δώρο που προέρχεται από αγαπημένο πρόσωπο)
4. «απ' της συκιάς το γάλα κι απ' του κάβουρα το ζουμί» (για μακρινή ή ανύπαρκτη συγγένεια)
5. «τον σέρνει απ' τη μύτη» (του επιβάλλει πλήρως τη θέληση του)
6. «το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται» (ο πονηρός πέφτει σε παγίδα)
7. «ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά του πιάνεται» (για απεγνωσμένη και μάταιη προσπάθεια)
μσν.
1. το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος («μ' αὐτὸν ἐσύντυχαν ἀπὸ πολλῶν πραγμάτων»)
2. ιδιότητα («ὅλοι ἀπὸ μίαν γνώμην ἧσαν»)
αρχ.
1. βάρος ή αξία («ἀπὸ ταλάντων ἑξήκοντα»)
2. φρ. α) «ἀπὸ τοῡ ἴσου», εξίσου
β) «ἀπὸ τοῡ προφανοῡς», φανερά
γ) «ἀπὸ τοῡ αὐτομάτου», εκούσια
δ) «ἀπὸ γλώσσης», προφορικά
ε) «ὀμμάτων ἄπο», με τα ίδια μου τα μάτια» — στ) «ἀπὸ σάλπιγγος», με το σάλπισμα.
————————
(II)
(Α ἄπο) επίρρ..
[ΕΤΥΜΟΛ. Το αρχ. άπο προέρχεται απο την πρόθεση από, η οποία, όταν βρίσκεται σε αναστροφή, αναβιβάζει τον τόνο αποκτώντας επιρρ. σημασία και συντάσσεται με γενική (πρβλ. νεών άπο «μακριά από τα πλοία»). Ο τ. απαντά συχνά σε ονόματα σύνθετα ή ρηματικά και σημαίνει: α. μακριά
(άποπτος), β. περαιτέρω, παρακάτω, κατ' εξακολούθηση
(απέκγονος), γ. τον στραμμένο προς άλλη κατεύθυνση μτφ. (απηνής)
δ. στέρηση (απόκληρος).
ΠΑΡ. άπωθεν, απωτέρω, απωτάτω. Στη νέα Ελληνική η επιρρ. χρήση της από προήλθε από φράσεις χρονικού προσδιορισμού, όπως από τότε, από χτες. Το νεοελλ. από απαντά διαλεκτικώς και με τους τύπους: απός, απέ, πε, επέ, απά απέν, απέτα, 'πέτα, πετά, ταπέ, απόι, επόι, απέι, απιό, ταπιό. Οι τ. απέ, ταπές, απέτα, απιό, ταπιό χρησιμοποιούνται συνήθως κατά τη διήγηση ή μετά το και: «να φας κι απέτα να πας». Το νεοελληνικό από σημαίνει: α) μετά τούτο, έπειτα, ύστερα
«να τον δεις κι απέ φεύγεις
απέ τί έγινε;»
β) αντίθεση
«απέ, αν είσαι κουτός τι να σου κάνω;», γ) προσθήκη λόγου σπουδαιότερου και σοβαρότερου από άλλον
«επέ, δεν είναι ώρα», δ) αδιαφορία ότι τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί μετά την προηγούμενη πράξη (ερωτημ.)
«κι απέ, τί μ' αυτό;»].
————————
(III)
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο αρχ. τ. ἀπό, ἄπο, ποιητ. ἀπαί (πρβλ. υπό -, υπαί) χρησιμοποιείται κυρίως ως πρόθεση και προρρηματικό, ενώ απαντά σπάνια σε ονοματικές φράσεις. Στην Αρκαδοκυπριακή, Μυκηναϊκή, Αιολική —Λεσβ., θεσσαλ.— απαντά τ. απύ, κυρίως όταν χρησιμοποιείται ως επίθημα (πρβλ. μυκην. apudoke, apedoke) To -υ ερμηνεύεται είτε φωνητικά (κώφωση του ο σε υ) είτε ετυμολογικά από πιθ. ΙΕ τ. *apu (παράλλ. του *pu, όπως *αρο, παράλλ. του *ρό)
πρβλ. αρχ. ινδ. ά-nu, αβεστ. an-u παράλλ. του ανά. Η από αρχικά σήμαινε «μακριά από», «χωριστά από», «μέχρις ότου» και δήλωνε την αρχή, την αιτία. Συντάσσεται κυρίως με γενική (αφαιρετική
πρβλ. αρχ. ινδ. άpα + αφαιρετ., λατ. ab + αφαιρετ.), σπάνια με δοτική (στην Αρκαδοκυπριακή) καθώς και με επιρρήματα. Ο τ. συνδέεται ετυμολογικά με το αρχ. ινδ. άpα, αβεστ. αpα, ουμβρ. ap-ehtre, λατ. ab, γοτθ. af, αγγλ. of, αρχ. άνω γερμ. aba, νέο άνω γερμ. ab κ.λπ. Στη Νέα Ελληνική η από διατήρησε την προθετική της λειτουργία, απαντά δε διαλεκτικώς με πλήθος μεταπλασμένων τύπων: αό, αέ, αού (< αό πού < από πού, από συνεκφορά της πρόθ. με το πού και ανομοίωση), απέ, πε (μεταπλασμός από συνεκφορά των φρ. αά -' εδώ, απ' εκεί, απ' έξω...) αμέ μπε (συμφυρμός απο από, απέ + με), άπου, απού, 'που, άβι, άσσε, άσσ', αστό, αστ', άσσο, ασσό, απός, απίς, αβί, απσέ - απσ' (< απ' + εις, σε) απ' όπου αξέ (απ' όπου ασσέ, ατσέ, αφτσέ, απτσέ), αποτά (αναλογικά προς την πρόθ. μετά) απετά, πέτα, ταπέ, ταπές, απειό-ταπειό, σετά, 'πο, 'π' (με αποβολή του α- και έκθλιψη του -ο). Επίσης προ φωνήεντος ή προ του άρθρου απαντούν οι συγκεκομμένοι τ. απ', αφ' (προ του άρθρου κατά τον νόμο της τροπής δύο διαδοχικών ψιλών σε δασύ + ψιλό), ασ' (<απ'), αθ' (< απ'), ατ' (με αφομοίωση του π προς το τ του άρθρου), αν', αχ, αξ, αζ, ακ. Το νεοελλ. από συντάσσεται με αιτιατική, ονομαστική, σπάνια με γενική καθώς και με επιρρήματα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἁπό — ἀπό , ἀπό ápa indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπό — ápa indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπο — ἀπό ápa indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • από — πρόθεση, συντάσσεται με ονομαστική και αιτιατική (πολύ σπν., και μονάχα σε ορισμένες φράσεις, με γενική: «από γεννησιμιού», «από χρόνου», «από στραβού διαβόλου» κτλ.) και σημαίνει: 1. κίνηση από τόπο, απομάκρυνση, χωρισμό: Λείπει από το σπίτι. 2 …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απο- — [ΕΤΥΜΟΛ. Το απο ως προρρηματικό ή προθεματικό στοιχείο προέρχεται από την πρόθεση από. Χρησιμεύει ως α΄ συνθετ. πολλών λέξεων της αρχαίας, μσν. και νέας Ελληνικής και σημαίνει: α) χωρισμό, απομάκρυνση αποβάλλω, απόδημος, απόμαχος αρχ. άπειμι,… …   Dictionary of Greek

  • από — [апо] κρόθ. из …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ἀπὸ λεπτῆς κρόκης ὁ πᾶς οὗτος πλοῦτος ἀπήρηται. — См. Висит на нитке …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἀπὸ λεπτοῦ φασὶ μίτου τὸ ζῆν ἠρτῆσθαι. — См. Висит на нитке …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἀπὸ τὸν ὄρθρον ἔφευγεν καὶ ἔμπροσθέν μου λοιτουργίαν εὗρον. — См. Из огня да в полымя …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἀπὸ τῶν ἁπαλῶν ὅνυχων. — См. От младых ногтей …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.